Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

assess (en)

  1. αποτιμώ, εκτιμώ, υπολογίζω
  2. επιβάλλω ποινή (σε άθλημα)
  3. καταλογίζω (φόρο)