Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταλογίζω < αρχαία ελληνική καταλογίζομαι < κατά + λογίζομαι < λόγος < λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταλογίζω (παθητική φωνή: καταλογίζομαι)

  1. αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη
  2. λογαριάζω σε βάρος κάποιου
  3. χρεώνω, φορτώνω ή επιφορτώνω ευθύνη, τέλη, έξοδα κ.λπ.
  4. γράφω στον κατάλογο, ταξινομώ και αναθέτω
    λόγω έκτακτης βάρδιας, αναγκαστικά καταλογίστηκαν δύο επιπλέον άτομα να καταλάβουν το συγκεκριμένο πόστο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία