Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τιμημένος η τιμημένη το τιμημένο
      γενική του τιμημένου της τιμημένης του τιμημένου
    αιτιατική τον τιμημένο την τιμημένη το τιμημένο
     κλητική τιμημένε τιμημένη τιμημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τιμημένοι οι τιμημένες τα τιμημένα
      γενική των τιμημένων των τιμημένων των τιμημένων
    αιτιατική τους τιμημένους τις τιμημένες τα τιμημένα
     κλητική τιμημένοι τιμημένες τιμημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τιμώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τιμημένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία