Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προτιμητέος < καθαρεύουσα προτιμητέος < αρχαία ελληνική προτιμητέος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προτιμητέος,α,ο

  1. προτιμότερος, που είναι καλύτερα να τον προτιμήσει κανείς από κάτι άλλο, που ίσως πρέπει να τον προτιμήσει

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προτιμητέος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προτιμητέος,α,ον

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία