Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατιμωτικός η ατιμωτική το ατιμωτικό
      γενική του ατιμωτικού της ατιμωτικής του ατιμωτικού
    αιτιατική τον ατιμωτικό την ατιμωτική το ατιμωτικό
     κλητική ατιμωτικέ ατιμωτική ατιμωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατιμωτικοί οι ατιμωτικές τα ατιμωτικά
      γενική των ατιμωτικών των ατιμωτικών των ατιμωτικών
    αιτιατική τους ατιμωτικούς τις ατιμωτικές τα ατιμωτικά
     κλητική ατιμωτικοί ατιμωτικές ατιμωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατιμωτικός < ατίμω-ση/-σις + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατιμωτικός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί την ατίμωση κάποιου, που ατιμάζει
    η ατιμωτική καθαίρεση αξιωματικού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία