Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εφεδρικός η εφεδρική το εφεδρικό
      γενική του εφεδρικού της εφεδρικής του εφεδρικού
    αιτιατική τον εφεδρικό την εφεδρική το εφεδρικό
     κλητική εφεδρικέ εφεδρική εφεδρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εφεδρικοί οι εφεδρικές τα εφεδρικά
      γενική των εφεδρικών των εφεδρικών των εφεδρικών
    αιτιατική τους εφεδρικούς τις εφεδρικές τα εφεδρικά
     κλητική εφεδρικοί εφεδρικές εφεδρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφεδρικός < έφεδρος + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εφεδρικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τους έφεδρους και την εφεδρεία
  2. που μένει προσωρινά αχρησιμοποίητος (για αντικείμενα) ή εκτός δράσης (για πρόσωπα) και είναι άμεσα διαθέσιμος ώστε να αντικαταστήσει κάτι ή κάποιον που δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο του λόγω φθοράς, βλάβης, έκτακτης ανάγκης, κόπωσης κλπ
    ※ Η σημερινή γενιά των αντιδραστήρων είναι φορτωμένη με έναν λαβύρινθο από εφεδρικούς κινητήρες, αντλίες, βαλβίδες και συστήματα ελέγχου που πρέπει να ενεργοποιηθούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία