Δείτε επίσης: ἐφεδρεία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εφεδρεία οι εφεδρείες
      γενική της εφεδρείας των εφεδρειών
    αιτιατική την εφεδρεία τις εφεδρείες
     κλητική εφεδρεία εφεδρείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφεδρεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐφεδρεία < αρχαία ελληνική ἐφεδρεία (το να περιμένεις τη σειρά σου)[1] (< ἐφεδρεύω < ἔφεδρος < ἐπι- + ἕδρα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.feˈðɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐φε‐δρεί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εφεδρεία θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) ένα σύνολο στρατιωτών, συμπληρωματικό της κύριας στρατιωτικής δύναμης, που βρίσκεται σε ετοιμότητα στα μετόπισθεν, έτοιμο να επέμβει, αν χρειαστεί
  2. (στρατιωτικός όρος) το σύνολο των ανδρών ή γυναικών εφέδρων που είναι σε θέση να ανακληθούν στην ενεργό υπηρεσία, όταν παρουσιαστεί ανάγκη
  3. (μεταφορικά) η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν τον αποσύρουν απ' την ενεργό υπηρεσία και μέχρι να τον επαναφέρουν, όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν ή το επιτρέψουν
  4. (μεταφορικά) ό,τι βάζουμε στην άκρη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί όταν το χρειαστούμε, το απόθεμα, η παρακαταθήκη


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία