Δείτε επίσης: εφεδρεία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐφεδρεί αἱ ἐφεδρεῖαι
      γενική τῆς ἐφεδρείᾱς τῶν ἐφεδρειῶν
      δοτική τῇ ἐφεδρεί ταῖς ἐφεδρείαις
    αιτιατική τὴν ἐφεδρείᾱν τὰς ἐφεδρείᾱς
     κλητική ! ἐφεδρεί ἐφεδρεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐφεδρεί
γεν-δοτ τοῖν  ἐφεδρείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐφεδρεία < ἐφεδρεύω < ἔφεδρος < ἐπι- + ἕδρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐφεδρεία θηλυκό (& ἐφεδρία)

  1. το να κάθεται κάποιος πάνω σε κάποιον ή κάτι άλλο
    ※ τὰ δὲ τρωγλόδυτα (…), οἷον οἵ τε κροκόδειλοι καὶ (…) χελῶναι, πάντα ἐκ τοῦ πλαγίου προσπεφυκότα τὰ σκέλη ἔχει καὶ ἐπὶ τῇ γῇ κατατεταμένα, καὶ κάμπτει εἰς τὸ πλάγιον, διὰ τὸ οὕτω χρήσιμα εἶναι πρὸς τὴν τῆς ὑποδύσεως ῥᾳστώνην καὶ πρὸς τὴν ἐπὶ τοῖς ᾠοῖς ἐφεδρείαν καὶ φυλακήν., (Ἀριστοτέλης, Περὶ ζῴων ἱστορίας, 713a)
    λείπει η μετάφραση
  2. το να κάθεται κάποιος δίπλα σε κάποιον ή κάτι άλλο, περιμένοντας τη σειρά του
    καὶ πυκτῶν καὶ παλαιστῶν ἐφεδρείας τε καὶ συλλήξεως (Πλάτων, Νόμοι, 819b)
  3. (στρατιωτικός όρος) εφεδρικά στρατεύματα
    ※  βουλόμενος οἷον ἐφεδρείαν ἀπολιπεῖν ἐν τῇ πόλει τοῦτον, ὅτ᾽ αὐτὸν ἐξιέναι δέοι μετὰ τῶν δυνάμεων ἐπὶ τὰς πράξεις (Πολύβιος, Ἱστορίαι, 1, 9, 2)
  4. η αναμονή, η ενέδρα
  5. η επαγρύπνηση για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων μιας ασθένειας (από τίτλο έργου του Αντωνίου του Επικούρειου)
    ※ Ἐνεϲτήϲω πρὸϲ ἡμᾶϲ ὑπὲρ τοῦ γραφέντοϲ ᾿Αντωνίῳ τῷ Ἐπικουρείῳ βιβλίου περὶ τῆς τοῖς ἰδίοις πάθεσιν ἐφεδρείας (Γαληνός, Περὶ διαγνώσεως καὶ θεραπείας τῶν ἐν ἑκάστου ψυχῇ ἰδίων παθῶν, 28, 1)

  ΠηγέςΕπεξεργασία