Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἔφεδρος τὸ ἔφεδρον οἱ, αἱ ἔφεδροι τὰ ἔφεδρα
Γενική τοῦ, τῆς ἐφέδρου τοῦ ἐφέδρου τῶν ἐφέδρων τῶν ἐφέδρων
Δοτική τῷ, τῇ ἐφέδρῳ τῷ ἐφέδρῳ τοῖς, ταῖς ἐφέδροις τοῖς ἐφέδροις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἔφεδρον τὸ ἔφεδρον τοὺς, τὰς ἐφέδρους τὰ ἔφεδρα
Κλητική ἔφεδρε ἔφεδρον ἔφεδροι ἔφεδρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐφέδρω
Γενική-Δοτική ἐφέδροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔφεδρος < ἐπι- + ἕδρα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἔφεδρος, -ος, -ον

  1. αυτός που κάθεται πάνω σε κάτι (π.χ. πάνω σε άρμα)
  2. αυτός που κάθεται κοντά σε κάτι, παρακαθήμενος
  3. αυτός που παραφυλάει, που ενεδρεύει, που παραμονεύει
  4. αυτός που βρίσκεται σε εφεδρεία
  5. διάδοχος, εκδικητής
  6. αντικαταστάτης
  7. επίτακτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία