Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τούρκος < μεσαιωνική ελληνική Τοῦρκος < τουρκική Türk < παλαιοτουρκικά 𐰜𐰼𐰇𐱅‎ (türük) < *𐰃𐰼𐰇𐱅‎ (türi: ρίζα, καταγωγή, ράτσα) < πρωτοτουρκική *türi- (καταγωγή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Τούρκος αρσενικό

  1. αυτός που κατάγεται από την Τουρκία
  2. αυτός που έχει τουρκική ιθαγένεια ή υπηκοότητα
  3. αυτός που ομιλεί μια από τις τουρκικές γλώσσες. Αναφέρεται σε πληθυσμούς που ζουν από τα Βαλκάνια μέχρι την Αν. Σιβηρία και την Δυτ. Κίνα.
  4. (σε παλαιά κείμενα) Μουσουλμάνος υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως εθνότητας.[1]

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Παράδειγμα: "Είδον έως 10 σωρούς Τούρκους φονευμένους, μαύρους, άσπρους, κάθε είδους." Νικόλαος Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Αθήνα, 1939, τομ. Α', σ. 152.