Τουρκικά (tr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tʏɾc/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Türk (tr)

  1. (εθνικό όνομα) ο Τούρκος, η Τουρκάλα
  2. τουρκικός, που ανήκει στην Τουρκία (δεν είναι επίθετο στην τουρκική γλώσσα)
    Türk edebiyatı - η τουρκική λογοτεχνία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία