Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
spread spreads

spread (en)

  1. η εξάπλωση
  2. η διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ δύο χωρών

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας spread
γ΄ ενικό ενεστώτα spreads
αόριστος spread
παθητική μετοχή spread
ενεργητική μετοχή spreading
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

spread (en)

  1. (μεταβατικό) απλώνω, διασκορπίζω, στρώνω
    I spread a slice of bread with butter.
    Στρώνω μια φέτα με βούτυρο.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη cover
  2. (μεταβατικό) αλείφω (πχ βούτυρο στο ψωμί)
  3. (μεταβατικό) εξαπλώνω
  4. (αμετάβατο) εξαπλώνομαι

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 828. ISBN 9780194325684. , λήμμα: στρώνω