Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεδιπλώνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεδιπλώνω

  1. απομακρύνω κομμάτια διπλωμένου αντικειμένου χωρίς να σκιστεί
  2. εμφανίζομαι, αποκαλύπτω
    κάποιες δράσεις είναι άμεσες, άλλες χρειάζονται μήνες ή χρόνια μέχρι να ξεδιπλωθούν

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία