Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σχίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsci.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκί‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκίζω, αόρ.: έσκισα, παθ.φωνή: σκίζομαι, π.αόρ.: σκίστηκα, μτχ.π.π.: σκισμένος

  1. κόβω στη μέση τραβώντας ή κάνοντας άνοιγμα
    άλλες μορφές: σχίζω
    σκίζω ένα χαρτί
    ※  Δε χτύπησε αλλού, μονάχα έσκισε το χείλι του πάνω στην πέτρα. (Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, 1937 [μυθιστόρημα])
    Η βαρκούλα σκίζει τα κύματα.
  2. (οικείο, αμετάβατο, μόνο στην ενεργητική φωνή) διακρίνομαι σε έναν αθλητικό αγώνα ή σχολική εξέταση

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία