Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγγύηση οι εγγυήσεις
      γενική της εγγύησης
& εγγυήσεως
των εγγυήσεων
    αιτιατική την εγγύηση τις εγγυήσεις
     κλητική εγγύηση εγγυήσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγγύηση < αρχαία ελληνική ἐγγύησις < ἐγγύη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εŋ.ˈɟi.i.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγγύηση θηλυκό

  1. υλική, ηθική ή άλλη εξασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων
  2. γραπτή απόδειξη καλής λειτουργίας ή ποιότητας ενός πωλουμένου αγαθού
  3. διαβεβαίωση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία