Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μακαρόνι τα μακαρόνια
      γενική του μακαρονιού των μακαρονιών
    αιτιατική το μακαρόνι τα μακαρόνια
     κλητική μακαρόνι μακαρόνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακαρόνι < βενετική macaroni (ιταλική maccaroni) < maccheroni, πληθυντικός του maccherone < maccare < ελληνιστική κοινή μακαρία (πιθανό αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική μάκαρ [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μακαρόνι ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία