Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελομακάρονο μελομακάρονα
γενική μελομακάρονου μελομακάρονων
αιτιατική μελομακάρονο μελομακάρονα
κλητική μελομακάρονο μελομακάρονα
 
ένα ταψί με μελομακάρονα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελομακάρονο < μέλι + -ο- + μακαρόνι (< ιταλική maccaroni < maccheroni, πληθυντικός του maccherone < maccare < ελληνιστική κοινή μακαρία (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική μάκαρ) + -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελομακάρονο ουδέτερο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία