Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σιρόπι τα σιρόπια
      γενική του σιροπιού των σιροπιών
    αιτιατική το σιρόπι τα σιρόπια
     κλητική σιρόπι σιρόπια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιρόπι < μεσαιωνική ελληνική σιρόπιον < ιταλική sciroppi, πληθυντικός του sciroppo < μεσαιωνική λατινική siruppus / syrupus < αραβική شراب (šarāb, ποτό) < شرب (šáriba, πίνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σιρόπι ουδέτερο

  1. (μαγειρική) παχύρευστο υγρό με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη
  2. φάρμακο σε υγρή μορφή που πίνεται με το κουτάλι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία