Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέλι τα μέλια
      γενική του μελιού
& μέλιτος
των μελιών
    αιτιατική το μέλι τα μέλια
     κλητική μέλι μέλια
Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού,
λόγιος, στην έκφραση «ο μήνας του μέλιτος».
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέλι < αρχαία ελληνική μέλι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mélid / *mélit
 
Μέλι και μια φέτα ψωμί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέλι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τα φύλλα των φυτών
  2. (μεταφορικά) άτομο που είναι πολύ "γλυκό" στους τρόπους ή στην εμφάνιση
  3. (μεταφορικά) ευχάριστο άτομο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • έμαθε η γριά στο μέλι (,σώνει και καλά το θέλει): όταν κάποιος καλομαθαίνει, συνήθως σε κάτι που είναι πιο εύκολο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέλι < {{ετυμ ine-pro|GRC} *mélid / *mélit (μέλι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέλι ουδέτερο

  1. το μέλι
  2. γλυκό ρετσίνι διάφορων δέντρων και ειδικότερα της μελιάς
  3. βρασμένο γλυκό ζουμί από φοίνικες