Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μελής μελιά μελί
γενική (μελιού), μελή μελιάς (μελιού)
αιτιατική μελή μελιά μελί
κλητική μελή μελιά μελί
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελιοί μελιές μελιά
γενική μελιών μελιών μελιών
αιτιατική μελιούς μελιές μελιά
κλητική μελιοί μελιές μελιά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελής < μέλι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελής - ιά - ί

  1. εκείνος ο οποίος έχει το καφέ χρώμα του μελιού.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία