Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μελιχρός μελιχρή μελιχρό
γενική μελιχρού μελιχρής μελιχρού
αιτιατική μελιχρό μελιχρή μελιχρό
κλητική μελιχρέ μελιχρή μελιχρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελιχροί μελιχρές μελιχρά
γενική μελιχρών μελιχρών μελιχρών
αιτιατική μελιχρούς μελιχρές μελιχρά
κλητική μελιχροί μελιχρές μελιχρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελιχρός < αρχαία ελληνική μελιχρός < μέλι + -χρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελιχρός, -ή, -ό

  1. (λογοτεχνία) που έχει το χρώμα του μελιού
     συνώνυμα: μελής
    μελιχρός (χρώμα):   
    Ἀλλὰ τὸ μελιχρὸν φέγγος ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)
  2. (μεταφορικά) που είναι γλυκός σαν μέλι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία