Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική γλυκός γλυκιά γλυκό
γενική γλυκού γλυκιάς γλυκού
αιτιατική γλυκό γλυκιά γλυκό
κλητική γλυκέ γλυκιά γλυκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γλυκοί γλυκές γλυκά
γενική γλυκών γλυκών γλυκών
αιτιατική γλυκούς γλυκές γλυκά
κλητική γλυκοί γλυκές γλυκά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλυκός < αρχαία ελληνική γλυκύς και γλύκιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλυκός

  1. που έχει γλυκιά γεύση για τρόφιμο-ποτό
  2. που έχει γλυκιά όψη, που δεν έχει τίποτα αγριωπό, αλλά απεναντίας έχει ένα βλεμμα που ακτινοβολεί πραότητα, καλοσύνη, δίχως βλακεία
  3. που όσον αφορά στη συμπεριφορά και όχι μόνον στην όψη, είναι χαριτωμένος, ευγενικός, συχνά αλλά όχι απαραιτήτως γελαστός, που προκαλεί στην ψυχή την ίδια ευχαρίστηση που προκαλεί ένα γλύκισμα στη γεύση, δεν προξενεί πικρίες, αλλα απεναντίας τονώνει το αίσθημα της εμπιστοσύνης, της πραότητας, της καλοσύνης και της έξυπνης αγαθότητας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία