Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλυκαίνω < αρχαία ελληνική γλυκαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γλυκαίνω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι γλυκο προσθέτοντας γλυκαντική ουσία ή σάκχαρο
  2. (αμετάβατο) γίνομαι εγώ πιο γλυκός, πιο πράος
    είναι στρυφνή, αλλά όταν μιλάει στα παιδιά, γλυκαίνει αμέσως
    γλύκανε ο καιρός
    • (μεταβατικό) μεταβάλλω ένα χαρακτηριστικό μου προς το γλυκύτερο, το κάνω πιο ευχάριστο, ήρεμο, πράο κλπ
      γλυκαίνει τη φωνή του για να ζητήσει κάτι

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Προσοχή στην προφορά! Το "κ" ηχεί διαφορετικά απ' το αντίστοιχο της λέξης γλυκός (διαφορετική τοποθέτηση της γλώσσας).

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλυκαίνω < γλυκύς

  ΡήμαΕπεξεργασία

γλυκαίνω (γλυκαίνομαι, επίσης γλυκάζω)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία