Ελληνικά (el)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλυκύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γλυκύς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλυκύς

  • → δείτε τη λέξη γλυκός
    έναν βαρύ-γλυκύ (παραγγελία για ελληνικό καφέ, δηλαδή πολύ καφέ, χωρίς τσιγγουνιές, και μπόλικη ζάχαρη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  ΠηγέςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλυκύς, -εῖα, -ύ

  1. γλυκός (ως προς τη γεύση)
  2. (μεταφορικά) γλυκός, ευχάριστος
    γλυκύς ὕπνος
  3. (για πρόσωπο) γλυκός, αγαπητός
    γλυκεῖα μήτηρ
  4. (για πρόσωπο, ειρωνικά) ανόητος, απλοϊκός

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Γλυκύς ἀπείρων πόλεμος: για όποιον ρισκάρει επειδή δεν έχει επίγνωση του κινδύνου, επειδή είναι άμαθος, άπειρος

  ΠηγέςΕπεξεργασία