Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αγαπητός αγαπητή αγαπητό
γενική αγαπητού αγαπητής αγαπητού
αιτιατική αγαπητό αγαπητή αγαπητό
κλητική αγαπητέ αγαπητή αγαπητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγαπητοί αγαπητές αγαπητά
γενική αγαπητών αγαπητών αγαπητών
αιτιατική αγαπητούς αγαπητές αγαπητά
κλητική αγαπητοί αγαπητές αγαπητά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγαπητός < ελληνιστική κοινή ἀγαπητός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγαπητός, -ή, -ό

  1. που τον αγαπούν οι άλλοι, που τον συμπαθούν
    είναι άνθρωπος γενικά πολύ αγαπητός
  2. χρησιμοποιείται και ως προσφώνηση
    αγαπητοί μου συνεργάτες
  3. (θρησκεία) εκλεκτός, προσφιλής
    ούτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα (Ματθ. γ΄, 17)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία