Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φέτα οι φέτες
      γενική της φέτας των φετών
    αιτιατική τη φέτα τις φέτες
     κλητική φέτα φέτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Δυο φέτες (και κάτι) από τυρί φέτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fetta

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfe.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φέτα θηλυκό

  1. λεπτό κομμάτι σε όλο το πλάτος από κάτι, συνήθως φαγώσιμο
    μια φέτα ψωμί
  2. είδος μαλακού λευκού τυριού

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία