Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

tranche 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
tranche tranches

tranche (fr) θηλυκό

  1. η δόση
    payer par tranches - πληρώνω με δόσεις
  2. η φέτα (κομμάτι)
    une tranche de pain - μια φέτα ψωμί