Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέλει < αρχαία ελληνική , γ' ενικό του ποιητ. μέλω ως απρόσωπο


  ΡήμαΕπεξεργασία

μέλει (γ' πρόσωπο ενικού)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

«Οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ» (δεν του νοιάζει τον Ιπποκλείδη), Ηρόδοτος, Λουκιανός

εκφράσειςΕπεξεργασία

«Η κυρία δεν με μέλει»,θεατρικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία