Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελίπηκτον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελίπηκτον ουδέτερο

  1. αρχαιοελληνική πηχτή κρέμα με γάλα και μέλι που χρησιμοποιούνταν στις συνταγές για το μαγείρεμα λαγού καθώς και άγριων πουλιών


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία