Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μελάτος μελάτη μελάτο
γενική μελάτου μελάτης μελάτου
αιτιατική μελάτο μελάτη μελάτο
κλητική μελάτε μελάτη μελάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελάτοι μελάτες μελάτα
γενική μελάτων μελάτων μελάτων
αιτιατική μελάτους μελάτες μελάτα
κλητική μελάτοι μελάτες μελάτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελάτος < μέλι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελάτος -η -ο

  • για αβγό που είναι τηγανισμένο ή βραστό ώστε ο κρόκος να είναι ακόμη ρευστός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία