Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Fähigkeit < fähig + -keit

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Fähigkeit die Fähigkeiten
γενική der Fähigkeit der Fähigkeiten
δοτική der Fähigkeit den Fähigkeiten
αιτιατική die Fähigkeit die Fähigkeiten

Fähigkeit (de) θηλυκό

  1. ικανότητα
  2. ταλέντο
     συνώνυμα: Begabung