Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταλέντο ταλέντα
γενική ταλέντου ταλέντων
αιτιατική ταλέντο ταλέντα
κλητική ταλέντο ταλέντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταλέντο < ιταλική talento < λατινική talentum < αρχαία ελληνική τάλαντον (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταλέντο ουδέτερο

  1. το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής τους με αυτόν
      συνώνυμα: τάλαντο
    ο Μότσαρτ από πολύ μικρή ηλικία έδειξε ότι έχει ένα τεράστιο ταλέντο στη μουσική
    ο Δημήτρης από βρεφική ηλικία έδειξε ότι έχει τεράστιο ταλέντο παντού
  2. το άτομο που έχει ξεχωριστές ικανότητες σε έναν τομέα
    ο Μότσαρτ από πολύ μικρή ηλικία έδειξε ότι ήταν ένα πολύ μεγάλο ταλέντο στη μουσική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία