Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τεχνογνωσία οι τεχνογνωσίες
      γενική της τεχνογνωσίας των τεχνογνωσιών
    αιτιατική την τεχνογνωσία τις τεχνογνωσίες
     κλητική τεχνογνωσία τεχνογνωσίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνογνωσία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεχνογνωσία θηλυκό

  1. ένα σύνολο τεχνικών γνώσεων, σχετικών με ένα ορισμένο πεδίο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία