Δείτε επίσης: -ability

Αγγλικά (en)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
ability abilities

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /əˈbɪl.ə.ti/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /əˈbɪl.ə.t̬i/ (ΗΠΑ)
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ability (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. (μη μετρήσιμο) η ικανότητα, η δυνατότητα
    1. (αρχαϊκό) η οικονομική δυνατότητα
     συνώνυμα: capacity, faculty, capability
     αντώνυμα: disability, inability, unability
  2. (παρωχημένο) η καταλληλότητα
  3. (περιορισμένο σε διαλέκτους της Σκωτίας) η φυσική δύναμη
  4. (μετρήσιμο) το ταλέντο
     συνώνυμα: talent, cleverness, dexterity, aptitude

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία