Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λογικό τα λογικά
      γενική του λογικού των λογικών
    αιτιατική το λογικό τα λογικά
     κλητική λογικό λογικά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογικό < αρχαία ελληνική λογικόν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογικό ουδέτερο

  1. η λογική, το μυαλό
    έχασε τα λογικά του


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

λογικό