Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική διαθετικός διαθετική διαθετικό
γενική διαθετικού διαθετικής διαθετικού
αιτιατική διαθετικό διαθετική διαθετικό
κλητική διαθετικέ διαθετική διαθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαθετικοί διαθετικές διαθετικά
γενική διαθετικών διαθετικών διαθετικών
αιτιατική διαθετικούς διαθετικές διαθετικά
κλητική διαθετικοί διαθετικές διαθετικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαθετικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαθετικός, ,

  1. (ψυχολογία) θυμικός, συναισθηματικός (-ή, -ό), που αναφέρεται ή επιδρά στο/αφορά ή επηρεάζει το συναίσθημα, που αφορά εγκεφαλικούς συναισθηματικούς μηχανισμούς/διεργασίες, που αφορά το μεταιχμιακό σύστημα
  2. συναισθηματικά φορτισμένος
  3. ρυθμιστικός, κανονιστικός, διευθετικός
  4. που διαθέτει κάτι
  5. (γραμματική) "διαθετικά ρήματα", αυτά που σημαίνουν διάθεση ή κάποια κατάσταση[1]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία