Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαβάτης < αρχαία ελληνική διαβάτης Συγχρονικά αναλύεται σε δια- + -βάτης.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαβάτης αρσενικό ή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία