Ετυμολογία

επεξεργασία
αναπαράγω < καθαρεύουσα ἀναπαράγω < ἀνα + παράγω < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reproduire

αναπαράγω (παθητικό: αναπαράγομαι)

  1. παράγω απογόνους
    αναπαράγω το είδος
  2. επαναλαμβάνω ένα συμβάν με τις ίδιες συνθήκες για επαλήθευση ή μελέτη (κυρίως σε πειράματα)
  3. επαναλαμβάνω κάτι, π.χ. μια είδηση, άκριτα, χωρίς να παρεμβάλλω το προσωπικό μου κριτήριο ή να διερευνώ το ζήτημα
    Τα έντυπα μέσα δυστυχώς αναπαράγουν ό,τι βρίσκουν στο διαδύκτιο , το διαδίκτυο αναπαράγει τον εαυτό του κι ό,τι βρίσκει ο συντάκτης στα γρήγορα με ένα γκουγκλάρισμα, η δε τηλεόραση αναπαράγει εξίσου πρόχειρα τα ίδια προσθέτοντας πλάνα αρχείου ή στέλνοντας μια κάμερα για να έχει φρέσκα πλάνα από κάτι σχετικό και να μοιάζει ότι έγινε ρεπορτάζ

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία