Δείτε επίσης: παραγωγός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παράγωγος η παράγωγη το παράγωγο
      γενική του παράγωγου της παράγωγης του παράγωγου
    αιτιατική τον παράγωγο την παράγωγη το παράγωγο
     κλητική παράγωγε παράγωγη παράγωγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παράγωγοι οι παράγωγες τα παράγωγα
      γενική των παράγωγων των παράγωγων των παράγωγων
    αιτιατική τους παράγωγους τις παράγωγες τα παράγωγα
     κλητική παράγωγοι παράγωγες παράγωγα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
παράγωγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράγωγος (που μπορεί να μετακινηθεί) [1]
για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική produit

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράγωγος, -η, ο

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παράγωγος οι παράγωγοι
      γενική της παραγώγου των παραγώγων
    αιτιατική την παράγωγο τις παραγώγους
     κλητική παράγωγε παράγωγοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
παράγωγος < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου παράγωγος (στον αρχαίο τύπο: η παράγωγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράγωγος θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία