Δείτε επίσης: παράγωγος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παραγωγός οι παραγωγοί
      γενική του παραγωγού των παραγωγών
    αιτιατική τον παραγωγό τους παραγωγούς
     κλητική παραγωγέ παραγωγοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραγωγός < ελληνιστική κοινή παραγωγός, (σημασιολογικό δάνειο) τη γαλλική producteur (αρχαία σημασία παραπλανητικός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παραγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. κάποιος ο οποίος παράγει αγαθά από υλικά πρωτογενούς ή δευτερογενούς παραγωγής
  2. (τέχνες) κάποιος ο οποίος χρηματοδοτεί την παραγωγή ενός έργου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία