Δείτε επίσης: παράγωγος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η παραγωγός οι παραγωγοί
      γενική του/της παραγωγού των παραγωγών
    αιτιατική τον/την παραγωγό τους/τις παραγωγούς
     κλητική παραγωγέ παραγωγοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παραγωγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραγωγός (επίθετο: απατηλός, αργότερα: δημιουργικός, αρχαία σημασία παραπλανητικός),[1] σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική producteur [2]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pa.ɾa.ɣoˈɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρα‐γω‐γός
τονικό παρώνυμο: παράγωγος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

παραγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (επάγγελμα) κάποιος που παράγει αγαθά από υλικά πρωτογενούς ή δευτερογενούς παραγωγής
  2. (τέχνη) πρόσωπο ή φορέας που φροντίζει για τη χρηματοδότηση και την παραγωγή ενός έργου

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. s.v. «παράγω» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. παραγωγός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας



→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / παραγωγός τὸ παραγωγόν
      γενική τοῦ/τῆς παραγωγοῦ τοῦ παραγωγοῦ
      δοτική τῷ/τῇ παραγωγ τῷ παραγωγ
    αιτιατική τὸν/τὴν παραγωγόν τὸ παραγωγόν
     κλητική ! παραγωγέ παραγωγόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ παραγωγοί τὰ παραγωγᾰ́
      γενική τῶν παραγωγῶν τῶν παραγωγῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς παραγωγοῖς τοῖς παραγωγοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς παραγωγούς τὰ παραγωγᾰ́
     κλητική ! παραγωγοί παραγωγᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ παραγωγώ τὼ παραγωγώ
      γεν-δοτ τοῖν παραγωγοῖν τοῖν παραγωγοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'βοηθός' όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παραγωγός < παράγω

  Επίθετο

επεξεργασία

παραγωγός, -ός, -όν

  1. παραπλανητικός
  2. (ελληνιστική σημασία)
    1. απατηλός
    2. που προέρχεται από κάτι άλλο, με ελαφρές αλλαγές
    3. δημιουργικός
    4. (γραμματική) που προέρχεται από άλλη λέξη
       αντώνυμα: πρωτότυπος

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη παράγω