Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράγων < (λόγιο) μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παράγω. Η ουσιαστικοποιημένη, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική factor ή γαλλική facteur[1]

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παράγων παράγουσα παράγον
γενική παράγοντος παράγουσας
(παραγούσης)
παράγοντος
αιτιατική παράγοντα παράγουσα παράγον
κλητική παράγων παράγουσα παράγον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παράγοντες παράγουσες παράγοντα
γενική παραγόντων παραγουσών παραγόντων
αιτιατική παράγοντες παράγουσες παράγοντα
κλητική παράγοντες παράγουσες παράγοντα

παράγων αρσενικό (παράγουσα θηλυκό, παράγον ουδέτερο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράγων αρσενικό

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική παράγων παράγουσα παράγον παράγοντες παράγουσαι παράγοντα
Γενική παράγοντος παραγούσης παράγοντος παραγόντων παραγουσῶν παραγόντων
Δοτική παράγοντι παραγούσῃ παράγοντι παράγουσι παραγούσαις παράγουσι
Αιτιατική παράγοντα παράγουσαν παράγον παράγοντας παραγούσας παράγοντα
Κλητική παράγων παράγουσα παράγον παράγοντες παράγουσαι παράγοντα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική παράγοντε παραγούσα παράγοντε
Γενική-Δοτική παραγόντοιν παραγούσαιν παραγόντοιν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παράγων αρσενικό (παράγουσα θηλυκό, παράγον ουδέτερο)