Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

agent (en)

  1. πράκτορας (π.χ. μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας)
  2. ο αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, πχ ο ατζέντης
  3. ο δρων, δράστης
    1. (χημεία) δραστικός παράγοντας· οτιδήποτε έχει τη δύναμη να παραγάγει ένα αποτέλεσμα
      chemical agent - δραστική χημική ουσία, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται στα χημικά όπλα
    2. (γραμματική) το πρόσωπο που ενεργεί· το υποκείμενο στην ενεργητική σύνταξη ή το ποιητικό αίτιο στην παθητική
      agent noun
    3. (φιλοσοφία, ψυχολογία) αυτενεργός, αυτόβουλο ον, αυτόβουλα δρων ον, συνειδητός δράστης ή απλά δρων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

agent < λατινική agens < agere

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ʒɑ̃/
agent 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
agent agents

agent (fr) αρσενικό

  1. πράκτορας (πχ μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ)
  2. ο αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, πχ ο ατζέντης
  3. δραστικός παράγοντας· οτιδήποτε έχει τη δύναμη να παραγάγει ένα αποτέλεσμα
    agent de pollution de l'environnement - παράγοντας μόλυνσης του περιβάλλοντος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈaɡɛ̃nt/

agent 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

agent (pl) αρσενικό

  1. ο πράκτορας (π.χ. μυστικής υπηρεσίας, ταξιδιωτικός πράκτορας κλπ.)
  2. ο ατζέντης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία