Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρεμβολή οι παρεμβολές
      γενική της παρεμβολής των παρεμβολών
    αιτιατική την παρεμβολή τις παρεμβολές
     κλητική παρεμβολή παρεμβολές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρεμβολή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρεμβολή θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία