Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προγραμματιστής οι προγραμματιστές
      γενική του προγραμματιστή των προγραμματιστών
    αιτιατική τον προγραμματιστή τους προγραμματιστές
     κλητική προγραμματιστή προγραμματιστές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προγραμματιστής < προγραμματίζω + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική programmateur & αγγλική programmer)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προγραμματιστής αρσενικό (θηλυκό: προγραμματίστρια)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία