Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προγραμματικά < προγραμματικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

προγραμματικά

  1. σαν πρόγραμμα, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

προγραμματικά