Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κύλινδρος οι κύλινδροι
      γενική του κυλίνδρου
κύλινδρου
των κυλίνδρων
    αιτιατική τον κύλινδρο τους κυλίνδρους
κύλινδρους
     κλητική κύλινδρε κύλινδροι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύλινδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύλινδρος < κυλίνδω + -ρος
(μηχανολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cylindre
(ιατρικός όρος) < σύντμηση νεολατινική cylindruria[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.lin.ðɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κύ‐λιν‐δρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Ένας κύλινδρος

κύλινδρος αρσενικό

  1. (γεωμετρία) στερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια
  2. (μηχανολογία) οποιοδήποτε τμήμα μηχανής με σχήμα κυλίνδρου, μέσα στο οποίο ένα έμβολο εκτελεί παλινδρομική κίνηση.
  3. (αρχαία ελληνικά) χειρόγραφο από πάπυρο τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο
    δείτε τη λέξη κύλινδρος
  4. (ιατρική) μικρό σωματίδιο που βρίσκεται στα ούρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύλινδρος < κυλίνδω + -ρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κύλινδρος αρσενικό

  1. πέτρα που χρησιμοποιούσαν για να ισιώνουν το δρόμο
  2. (γεωμετρία) κύλινδρος
  3. χειρόγραφο από πάπυρο ή περγαμηνή που ήταν τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο (αντίθετα με τους κώδικες)
    δείτε και τη λέξη κεφαλίς

  ΠηγέςΕπεξεργασία