Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
volume volumes
Συνήθως στον ενικό.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

volume (en)

  1. η ποσότητα
    in volume: σε (μεγάλη) ποσότητα
  2. η ένταση,
    • η ένταση ήχου
      at high volume, at low volume - σε μεγάλη ένταση (ήχου), σε μικρή ένταση (ήχου)
  3. o τόμος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

volume < λατινική volumen

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɔ.lym/
volume 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
volume volumes

volume (fr) αρσενικό

  1. ο όγκος
  2. ο τόμος του βιβλίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

volume < λατινική volumen

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɔ.ˈlu.me/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

volume (it)

  1. ο όγκος
  2. ο τόμος, το βιβλίο