Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αϊτινά < Αϊτινός < Αϊτή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αϊτινά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. η γλώσσα που μιλούν στην Αϊτή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία