Ουκρανικά (uk) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

мова 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

мова (uk) θηλυκό

  • η γλώσσα (το σύνολο των χαρακτηριστικών που χρησιμοποιούνται σαν κώδικας επικοινωνίας)