Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dil (tr)

  1. η γλώσσα (το όργανο του σώματος)
  2. η γλώσσα ( ο κώδικας επικοινωνίας)

ΚλίσηΕπεξεργασία